Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παιδεία - Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παιδεία - Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2015

O Αλέξανδρος Υψηλάντης στο Μουνκατς

Xθες  ήταν η επέτειος  θανάτου  του Γενικού Επιτρόπου της Αρχής  Αλέξανδρου  Υψηλαντη.



Λήμμα από το ιστολόγιο
http://www.logiosermis.net/2014/07/blog-post_8678.html#ixzz3BDRZ502V

Βίλχελμ Μύλλερ (1794-1827)
Γερμανός ποητής και Φιλέλλην,
( Μέλος της Στ. "Minerva zu den den drei Palmen", Λειψία)





Ο Αλέξανδρος - στον πύργο του Μουνκάτς - ο Υψηλάντης
Καθώς θύελλα μανιάζει στου παράθυρου τη φράξη
Μαύρα σύννεφα τα αστέρια, το φεγγάρι έχουν κρύψει
Και ο πρίγκηπας στενάζει που τον έχουν φυλακίσει!
Στη μεσημβρινή γραμμή στέκει αυτός καθηλωμένος:
Στης πατρίδας μου το χώμα κάλλιο να ΄μουνα θαμμένος!
Το παράθυρο ανοίγει, αντικρύζει έρημη γη
Χαμηλά πετούν κοράκια και στα βράχια αετοί.
Πάλι αρχίζει να στενάζει, κι ούτε μήνυμα κανένα
Από την πατρογενέθλια χώρα. Βλέφαρα αποσταμένα
Απ' τα δάκρυα; Απ' τη ζάλη; το κεφάλι του βαραίνει
Φως το πρόσωπο ημερεύει στην Ελλάδα ταξιδεύει.
Βλέπει, στέκεται μπροστά του, ξαφνικά απλός οπλίτης
Με χαρά καθησυχάζει την ψυχή στην έκπληξή της.
«Ω Αλέξανδρε Υψηλάντη, χαιρετώ σε, πάρε θάρρος!
Στις στενές τις πύλες όπου αίμα Ελλήνων γένη τάφρος
Κει που στάχτη από τριακόσιους Σπαρτιάτες απιθώσαν
λεύτεροι Έλληνες βαρβάρους σήμερα κατατροπώσαν.
Για να σου το διαμηνύσω ήρθα εγώ αυτή την ώρα
Λεύτερη θε να 'ναι πάλι, Υψηλάντη, η άγια χώρα!».
Και ο πρίγκηπας ξυπνώντας ανακράζει: «Ο Λεωνίδας!»
Και τα μάγουλά του βρέχουν δάκρυα χαράς κι ελπίδας
Χρυσαητός πετά πιο πάνω, κυκλοφέρνοντας βουίζει
Και στο φέγγος της σελήνης τις φτερούγες του ζυγίζει. 



 Mετάφραση από τον  δημοσιογράφο κ.Ανδρέα Μακρίδη, με τη βοήθεια του κ. Ηλία Σκουρλή

Μια διεξοδική ανάλυση της πρωσοπικότητας του ποιητή Wilhelm Mueller από την κ.  Χριστίνα Στρατηγοπούλου













Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2014

AΝΑΓΓΕΛΙΑ ΘΑΝΑΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΥΨΗΛΑΝΤΗ




ΛΗΜΜΑ ΑΠΟ  TO

ΑΝΑΜΝΗΣΤΙΚΟ ΤΕΥΧΟΣ ΕΠΙ ΤΗ 150 ΕΠΙΤΗΡΙΔΙ της ΦΙΛΙΚΗΣ  ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ

ΕΚΔΟΣΙΣ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ ΑΘΗΝΩΝ 1964






'Εν Βιέννη τη 5 Φεβρ,/24 Ιαν. 1828

Φίλτατε αδελφέ Δημήτριε.

Νέος κτύπος κατετάραξε τάς ψυχάς ημών. Ο αυτάδελφος ημών Αλέξανδρος, ούτος αεί­μνηστος πατήρ ημών καί φίλος, ως ουδείς άλλος, εν διαστήματι τριών λεπτών τη 19η Ιανουαρίου Π.Στ. ετελεύτησε και απήλθεν εις τας αιωνίους μονάς. Το τέλος του ήτον αγγελικώτατον, ως τα πάθη του μαρτυρικώτατα. Δια προσταγής του εκρατήσαμεν την καρδίαν του δια την πατρίδα, το οποίον καί εκτελέσαμεν, εν ταυτώ όμως εβαλσαμώθη και το σώμα του, οπού αν ή πατρίς θελήσει , να ενταφιάση καί αυτό εν καιρώ τω προσήκοντι, να εκτελέσωμεν. Μακαρία η μνήμη του.

Δεν ηξεύρω, φίλε, αν ή σεβαστή ημών μήτηρ θα ημπορέση να άνθέξη εις μίαν τοιαύτην θλιβεράν άγγελίαν, εγράψαμεν πλέον τω Γρηγοράσκω, οποίον τρόπον πρέπει να εξακολούθηση προς αυτήν.

Ημείς κατά το παρόν περιμένομεν την απολύτρωσίν μας εκ των στάτων της Άουστρίας, και καλήν άντάμωσιν. Υγίαινε. Άσπάζοντάς σε μυριάκις μετά δακρύων, μένω

                                                                                     Ολος πρόθυμος
                                                                 φίλος καί αδελφός δυστυχέστατος
                            
                                                                                     Νίκος
 



Φίλτατε αδελφέ Δημήτριε.

Καγώ, πλήρης θερμών δακρύων, δέν λείπω να σοι αναγγείλω αυτήν την θλιβεράν είδησιν, ότι ό αγαπητός ημών Αλέξανδρος, αυτός ο αείμνηστος πατήρ ημών καί φίλος, ετελεύτησε και απήλθεν εις τάς αιωνίους μονάς. Αυτός έγινε μάρτυς της δυστυχισμένης καί φιλτάτης πατρίδος μας, καί ως καλός χριστιανός εχτέλεσεν όλα τα πνευματικά του χρέη.

Το σώμα αυτού του αειμνήστου μακαρίτου ανοίχθη έμπροσθεν εις τον φίλον μας Λασσάνην και οι ιατροί είπαν ότι ήτον αδύνατον να βαστάξη περισσότερον και η καρδία του ήτον τόσον πει­ραγμένη, οπού έγινε διπλή απ' οτι είναι είς κάθε θνητόν.

Εκτός τούτου και άλλα πολλά μέρη του σώματος ητον καταπειραγμένα, μ' όλον τοϋτο το εβαλσάμωσαν και η καρδία του εβάλθη εις ένα κουτί, δια να μετακομισθούν με καιρόν εις την δυστυ-χισμένην καί φιλτάτην πατρίδαν μας.

Φίλτατε αδελφέ, έγραφον τον αδελφόν Γρηγόριον, ότι αυτή ή μεγαλωτάτη δυστυχία πρέπει να φανερψθή με μεγάλην προσοχήν εις την σεβαστήν μας μητέραν, καί ελπίζω εις τον άγιον Θεόν να ανθέξη.

Υγίαινε φίλτατε αδελφέ προς παρηγορίαν ημών καί μένω όλος πρόθυμος
                                              Ό Γεώργιος




(ΓΑΚ, Κ. 22β, 16)
                                                                                                                                  


Πέμπτη 28 Οκτωβρίου 2010

70η επέτειος 28ης Οκτωβρίου

Η μάχη της Σούχας

Περπατούσαμε... περπατούσαμε.  Μπροστά  ο  ίλαρχος  αμίλητος   και πίσω ατελείωτη σειρά όλοι μας. Αδικα προσπαθούσαμε να  λιγοστέψουμε το κρύο  και την παγωνιά  με την πορεία. Ενας παγωμένος αέρας σε χτύπαε στην  καρδιά.  Που και που, στην άκρη  του δρόμου, συναντούσαμε  ξαπλωμένους  Ιταλύς νεκρούς. Το πρωί μόλις  το πεχικό μας  με μάχες  είχε  ξεκολλήσει τον εχθρό  απ΄  το πέρασμα τούτο. Και  προχωρούσαμε μέσα   στην νύκτα.  Πίσω μας  και δεξιά ακούγαμε να  γίνεται μάχη.  Κατά τις δέκα  ο ίλαρχος  διέταξε  να σταματήσουμε.
 Πριν κοιμηθούμε, ο ίλαρχος φώναξε  τον ουλαμαγό μας   και τούδωσε  διαταγές.  Θα  ξεκινούσε  πριν  φέξει με τον ουλαμό του "προς  επιθετικήν αναγνώρισιν  της εξόδου της στενωπού". H  ώρα κόντευε πέντε. Ξυπνάμε, ετοιμάζουμε  τ'  αλογα  και σύνταξις. Ακούμε τον ίλαρχο  να λέγει του ουλαμαγού  ότι δεν έχει τίποτε να προσθέσει  στις χθεσινές του εντολές. Τους αποχαιρετήσαμε. Με τα ηνία των αλόγων μας στα χέρια  περπατούσαμε. Εκατόν σχεδόν μέτρα  πιό μπροστά  δύο ανιχνευτές και κοντά τοθς  ο ουλαμαγός. Αριστερά  και κάτω από τον δρόμο  καμμιά δεκαπενταριά μέτρα, το ποτάμι έσερνε ένα μέτρο παγωμένο νερό.  Και  εμεις   στο στενό δρόμο περπατούσαμε  προσεχτικοί, μα χωρίς καμ- μιά ανησυχία.  Τα δύο βουνά  στα  πλευρά της στενωπού  μας  στερούσαν από κάθε ανοιχτό  ορίζοντα, ενώ οι μαίαμδροι  του δρόμου φανέρωναν  μπροστά μας μόνον ένα μικρό κομμάτι  του δρόμου.

 Νομίζαμε ότι η νύχτα  θα συνεχιζόταν  ώρες ολόκληρες. Μα τώρα άρχιζε  να φωτάει. Σε λίγο θα συμπληρώναμε μια ώρα  πορείας. Ο  ουλαμαγός  σε κάθε στροφή μας σταμάταγε και μόνον όταν οι ανιχνευτές έφθαναν  στην επόμενη  μας έκανε  σινιάλο να προχωρήσουμε.  Μα περίεργο! Αντικρύ- ζαμε  κιόλας  τους τελευταίους  λόφους  που έκλειναν κάθετα τον δρόμο. Και Ιταλοί πουθενά. "Λες  να έχουνε φύγει" ρώτησε ένας  ρουμελιώτης  ιππέας τον λοχία. "Ξέρω κι' εγώ" απάντησε  αυτός  "Θα δούμε ". Στην τελευταία στροφή οι ανιχνευταί  γύρισαν πίσω.  Ο ουλαμαγός διέταξε  να πάνε  να καλύ- ψουν  τα άλογα του ουλαμού. Τοποθέτησε το οπλοπολυβόλο  και   έδωσε τη θέση στο άλλο.  Ασφα- λώς  οι Ιταλοί θα  ήσαν μπροστά μας. Και πράγματι. Απέναντι μας, σχεδόν 200 μέτρα, ένας καπνός σηκώθηκε. Μια φωτιά έσβηνε και Ιταλοί  βιαστικοί έτρεχαν στις θέσεις των. Ο Ανθυπίλαρχος μας, πίσω στον στενό δρόμο, έδινε  διαταγές. "Γρήγορα τα άλογα πίσω. Τα οπλοπολυβόλα να δουλέψουν όταν θα  πώ  εγώ. Εσύ, λοχία, ανέβα πιό πάνω  στην πλαγιά και ειδοποίησε μας αν κατέβουν απ΄ το βουνό  τίποτε Ιταλοί που οπισθοχωρούν. Κι εσύ" είπε και αποτάνθηκε σ΄ ένα ιππέα από την Πελοπόν- νησο, "πήγαινε  να ειδοποιήσεις τον ίλαρχο".

Δεν πρόφτασε να τελειώσει. Τρία ιταλικά πολυβόλα  άρχισαν να ρίχνουν συνεχώς. Οπως στεκόταν  πάνω στο δρόμο  ο ουλαμαγός  ξάπλωσε χάμω. Στο χέρι κρατούσε ένα μπαστούνι.
- Σε φάγανε;  φώναξε ο Σακελλάρης ο σκοπευτής του ενός οπλοπολυβόλου.
- Οχι ακόμα, απάντησε αυτός. Παιδιά, συνέχισε, ρίχνετε.

Ο ουλαμαγός μας σέρνεται σιγά πάνω στον δρομάκο, καλύπτεται από ένα τιποτένιο χαμόκλαδο. Αφή-νει  δεξιά του τον δρόμο, γαντζώνεται από ένα άλλο μικρό θάμνο και για μερικά δευτερόλεπτα είναι ένα με το κατακόρυφο σχεδόν έδαφος. Κάτω δεκαπέντε τουλάχιστο μέτρα θορυβεί το ποτάμι.Το νερό του που φτάνει  ένα μποϊ  κτυπάει στο ανώμαλο  και γεμάτο βράχους έδαφος και γίνεται αντίλαλος  γεμάτος μουσική στα αυτόματα που λυσασμένα ρίχνουν. Σε λίγο  ο ανθυπίλαρχος κινείται πίσω μερικά μέτρα, πηδάει  στον δρόμο και καλυμμένος με το μπαστούνι στο χέρι έρχεται κοντά μας.
- Σώθηκες κύριε  Ανθ/ρχε, λέει  ο σκοπευτής.
-  Μπα, είναι πολύ κοντά και δεν μπορούν να σκοπεύουν, απάντησε αυτός.

Υστερα έδωσε στόχους στα πυρά μας, κανόνισε την βολή, τοποθέτησε προωθημένους παρατηρητάς  και η μάχη συνεχιζόταν. Γυρίζω λίγο πλάγια να δω τον δρόμο απ΄ όπου  ήρθαμε. Μέχρι 70 μέτρα προς τα πίσω βάλλεται  ολόκληρος από τα πολυβόλα.

Στο βάθος τέσσερα ως πέντε άλογα που δεν είχαν προφτάσει να πάρουν την στροφή είναι ξαπλωμένα χάμω. Στις έντεκα  τρία αεοπλάνα ιταλικά πέρασαν  χαμηλά από πάνω μας. Δεν μας κάηκε καρφί. Στις κορυφές των δυο βουνών που ήσαν στα πλευρά μας  το τουφεκίδι συνεχιζόταν. Στο αριστερό εκείνο που χαμηλώνοντας έφτανε στο Λιμπόχοβο  πολεμούσαν οι πεζικαραίοι του τάγματος Κρανιά. Δεξιά οι Ιταλοί  οπισθοχωρούσαν συνεχώς. Και μεις κρατούσαμε γερά. Τα πυρομαχικά μας ήταν λίγα. Μα η τύχη μας βοήθησε για να μας φθάσουν. Kατά το  μεσημέρι οι Ιταλοί άρχισαν να ρίχνουν με μικρούς όλμους. Για πρώτη φορά ακούγαμε τον κρότο τους. Mα και πάλιν δεν δεν μπόρεσαν να κάνουν τίπο-τε.  Ατάραχοι όλοι συνεχίζουμε τη δουλειά  μας.

Στις τρεις το απόγευμα ένας λοχίας με ένα τοπογραφικό σχέδιο και μια αναφορά  θα πήγαινε αγγελιο-φόρος  πίσω στον ίλαρχο. Μα πως θα πάει πίσω;  Eδώ είναι το πρόβλημα. Δύο λύσεις υπήρχαν. Η πρώτη, ο δρομάκος απ΄ όπου ήρθαμε. Επρεπε να φτάσει σώος,  με  ένα  άλμα, μέχρι τα πεσμένα άλογα. Απ΄ εκεί ο κίνδυνος  ήταν λιγώτεος. Η δεύτερη σε πάγωνε ολόκληρο. Επρεπε να πηδήσεις μέα στο ποτάμι  και περπατώντας στο νερό να φτάσεις στην ίλη. Και οι δύο δρόμοι ήσαν δύσκολοι και επικίνδυνοι. Ο πρώτος δεν χριάζεται συζήτηση. Οι Ιταλοί θέριζαν με την βολή τους, μα και ο δεύτε-ρος  δεν ήταν καλύτερος.

Δεν ήξερες που θάπεφτες από 15 μέτρα ύψος και πως θα τα κατάφερνες μέσα στο παγωμένο νερό. Ασφαλώς όσο τα πόδια σου θα βρισκοταν στο νερό  δεν είχεσ φόβο απ' τις ιταλιές σφαίρες. Μα τι θα γίνει; Ο ουλαμαγός συμβούλεψε το ποτάμι. Ετσι και έγινε. Με ένα πήδημα  ο λοχίας εξαφανίσθηκε. Ο Θεός να τον φυλάει είπαμε από μέσα μας. Πρέπει να φθάσει στην ίλη  γιατί τα πυρομαχικά μας τελείωναν. Περιμέναμεενισχύσεις. Μα τίποτε.

Μια ώρα πριν νυκτώσει, παρ' όλες  τις οικονομίες, οι ταινίες μόλις γ΄ςμιζαν ένα σακκίδιο. Η αποστο-λή μας  με το πέσιμο της νύχτας θα είχε τελειώσει. Ο ουλαμαγός  κράτησε στο οπλ/λο τον δεκανέα σκοπευτή και ένα λοχία. Τους άλλους τους έστελνε πίσω. Τέσσερι  γεμάτες ταινίες έμεναν.
- Λοχία Λυμπερόπυλε, είπε ο ουλαμαγός, δρόμο. Η σειρά σου.
- Οχι κύριε ανθ/ρχε εσείς;
- Καλά λοιπόν στην τελευταία ταινία θα φύγεις. Πιόν δρόμο  προτιμάς;
- Το ποτάμι,  είπε ο λοχίας.
- Και συ δεκανέα  Πιέρρο; ρώτησε.
- To ποτάμι κι' εγώ , φώναξε ο δεκανέας.
- Πολύ καλά, πρόσθεσε , κι εγώ θα πάρω τον δρόμο. Αν δεν φτάσω, συνέχισε και αποτάθηκε στο λοχία, να συντάξεις τον ουλαμό και να αναφέρεις στον ίλαρχο ότι κανείς δεν βρίσκεται πια μπροστά.

Στην αρχή της τελευταίας ταινίας ο  λοχίας έφυγε.
-  Ρίχνε   Πιέρρο,, οι δθό μας μείναμε, είπεν ο ουλαμαγός. Στην τελευταία σφαίρα  κλείσε το οπλοπο-λυβόλο και δίνε του. Το νου σου όμως στο οπλοπολυβόλο.
Δεν πρόφτασε να τελειώσει και σχεδόν ταυτόχρονα με  την τελευταία σφαίρα, σαν ελατήριο πετάχθη-καν και οι δυό. Ο δεκανέας Πιέρρος έπεσε στο ποτάμι. Ο ουλαμαγός πήρε  τον δρόμο προς τα πίσω.  Οι Ιταλοί του έριχναν. Στην μέση του δρόμου  ο ουλαμαγός  έπεσε χάμω, ακριβώς στην ρίζα του βουνού. Με  ένα άλμα, τρέχοντας σαν δαίμονας, πέρασε τα σκοτωμένα  άλογα και έπιασε την στρφή.  Η αποστολή του ουλαμού  είχε τελειώσει.

Ολοι οι άνδρες γύρισαν πίσω.  Μουσκεμένοι, παφωμένοι, νηστικοί είχαν στο πρόσωπο τους ζωγρα-φισμένη την ικανοποίηση  και την χαρά ότι είχαν επιτελέσει το καθήκον τους. Ο ίλαρχος μας είχε ξεγράψει.  Το ίδιο και οι πεζικαραίοι του Κρανιά που όλη την ημέρα μας έβλεπαν από το βουνό αριστερά. Μα οι καβαλλαραίοι γύρισαν όλοι. Τέσσαρα  μόνον άλογα  ήσαν τα ηρωικά θύματα της ολοήμερης μάχης.

Πάνε σχεδόν οκτώ χρόνια. Ηταν μια μέρα σαν όλες τις μέρες. Κρύο, αέρας σαν κάθε μέρα. Ηταν μια μέρα στην Αλβανία. Κι΄ όμως ήταν μια μέρα ξεχωριστή για τον ουλαμό μας. Ηταν η τρίτη Δεκεμβρίου. Η μέρα της μάχης της Σούχας...

Η  Μάχη της Σούχας(1948) δημοσιευμένο στο περιοδικό "KENTAYΡΟΣ" (Οργανο ηθικής αγωγής  Ιππικού Τεθωρακισμένων).

Οπως  αναφέρει χαρακτηριστικά  ο Αλέξανδρος  Στεφανίδης, πίσω και μέσα στο διήγημα αυτό διακρίνουμε την  στάση του Ουλαμαγού Ανθυπίλαρχου που δεν ήταν άλλος από τον Οδυσσέα Λαμψίδη που όντας στο μέτωπο  επέλεξε νκρατά μια μαγκούρα για την άυνα του  και όχι όπλο, γιατί δεν θα μπορούσετη ζωή του να σκέφτεται πως είχε σκοτώσει άνθρωπο.


Για την προσωπικότητα του Οδυσσέα Λαμψίδη έχει γίνει  σχετικό σχόλιο.

Σάββατο 23 Οκτωβρίου 2010

To μέγιστο λάθος ημών των Ελλήνων

του Γιάννη Κορομήλη  (23.10.2010)


Για τον Αριστείδη το «δίκαιο» (540-468 π.Χ) όλοι ή έστω οι περισσότεροι κάτι έχουμε ακούσει. Ξέρουμε πως ήταν ένας επιφανής πολιτικός και στρατηγός των Αθηναίων. Ήταν στρατηγός στη σημαντική μάχη των Πλαταιών.

Εκτός από την μεγάλη του σωφροσύνη και την αφοσίωση του στο καθήκον και στην Αθήνα τον διέκρινε μια απόλυτη σχεδόν προσήλωση στη δικαιοσύνη.

Γι’ αυτό και έμεινε στην ιστορία ως Αριστείδης «ο δίκαιος». Αν και από εύπορη οικογένεια πέθανε πάμπτωχος. Η παράδοση μάς μεταφέρει και το εξής χαρακτηριστικό περιστατικό:

Όταν τέθηκε σε ψηφοφορία η πρόταση των αρχόντων (με επικεφαλής τον σημαντικό πολιτικό του αντίπαλο, τον Θεμιστοκλή) να εξοριστεί ο Αριστείδης, ένας απλός και αγράμματος πολίτης συναντώντας τον Αριστείδη, που δεν τον γνώριζε ως πρόσωπο, του ζήτησε να γράψει πάνω στο όστρακο το όνομα Αριστείδης.

Σημειώνουμε πως η εξορία ή μη ενός ατόμου αποφασιζόταν με τη διαδικασία του οστρακισμού ή εξοστρακισμού. Κάθε πολίτης έπαιρνε ένα όστρακο (κομμάτι από σπασμένο πήλινο αγγείο) και έγραφε πάνω σ’ αυτό το όνομα αυτού που επιθυμούσε να εξοριστεί. Για να εξοριστεί κάποιος το όνομά του έπρεπε να βρεθεί γραμμένο σε πάνω από 6.000 όστρακα. Το 25% περίπου του όλου αριθμού των Αθηναίων πολιτών.

Ο Αριστείδης ρώτησε τον αγράμματο πολίτη που του ζήτησε να γράψει το όνομά του στο όστρακο τι μεγάλο κακό του είχε κάνει ο Αριστείδης ώστε να ζητάει την εξορία του. Εκείνος του απάντησε πως δεν του είχε κάνει κανένα απολύτως κακό αλλά είχε βαρεθεί να ακούει να τον λένε συνέχεια δίκαιο (!). Ο Αριστείδης δεν είπε τίποτα, έγραψε το όνομά του πάνω στο όστρακο και εξορίστηκε. Φυσικά υπήρξαν πάνω από 6.000 Αθηναίοι πολίτες που έγραφαν σε όστρακα το όνομά του. Που δεν τον ήθελαν στην Αθήνα. Και εξορίστηκε.

Σίγουρα «έβαλαν το χέρι τους» και ο Θεμιστοκλής και οι «δικοί του» Άρχοντες. Όμως  αυτό που έχει μεγάλη σημασία και γι’ αυτό και γράφτηκαν οι γραμμές αυτές είναι το γεγονός ότι περισσότεροι από 6.000 πολίτες, αξιωματούχοι και μη, επέλεξαν να εξορίσουν (η πρόβλεψη τότε ήταν τότε για 10 χρόνια, αργότερα περιορίστηκε στα πέντε) έναν έντιμο, ικανό και αξιοπρεπή πολιτικό και στρατηγό όπως ήταν ο Αριστείδης. Είναι φαίνεται ένα ελάττωμα (από τα όχι και λίγα) της ράτσας μας.

Ο Μίκης Θεοδωράκης έγραψε, πριν λίγους μήνες: Κατά την άποψή μου το μέγιστο λάθος που μας ακολουθεί σε όλη τη διάρκεια του ελληνικού έθνους είναι η συστηματική περιφρόνηση από μέρους των πολιτών προς τους αρίστους. Με συνέπεια την επιλογή των μετριοτήτων και συχνά ανίκανων στις θέσεις των κάθε λογής «οδηγών» (ταγών) πολιτικών, επιστημόνων, διανοουμένων και γενικά όλων αυτών που αποτελούν την καθεστηκυία  τάξη, στην οποία ένας λαός εμπιστεύεται τις τύχες του…».

Αξίζει να σταθούμε για λίγο στο περιστατικό με τον Αριστείδη το δίκαιο, αλλά και στα λόγια του Μίκη Θεοδωράκη. Γιατί ο συγκεκριμένος αγράμματος πολίτης και οι χιλιάδες άλλοι που εξοστράκισαν τον Αριστείδη οδηγήθηκαν σ’ αυτή την απόφαση; Ο πολίτης αφελέστατα και με κάθε ειλικρίνεια δήλωσε ότι ήθελε να εξοριστεί ο δίκαιος Αριστείδης γιατί κουράστηκε να ακούει ότι είναι… δίκαιος(!). Αλλά αυτό είναι σκέτος παραλογισμός.

Υποτίθεται ότι κάθε πολίτης γραμματισμένος ή αγράμματος, μορφωμένος ή όχι, φτωχός ή μικρομεσαίος (ας κρατήσουμε μια επιφύλαξη για τους αρκετά ή πολύ πλούσιους γιατί γι’ αυτούς μπαίναν στη μέση και άλλα γνωστά κριτήρια.) Θα πρέπει όχι μόνο να μην τιμωρεί τους έντιμους, τους ικανούς, τους άξιους, τους άριστους (όπως ο Αριστείδης) αλλά αντίθετα να τους ανεβάζει και στα ύπατα ακόμη αξιώματα. Γιατί έτσι βοηθάει όχι μόνο την πατρίδα, την κοινωνία, αλλά και την οικογένεια του και τον εαυτό του.

Ο Μίκης Θεοδωράκης μας λέει πως αυτό, η περιφρόνηση δηλαδή προς τους άριστους «είναι το μέγιστο λάθος (ημών των Ελλήνων) που μας ακολουθεί σε όλη τη διάρκεια του ελληνικού έθνους…» Μ’ άλλα λόγια πάντοτε και στην αρχαιότητα και μέχρι σήμερα επιλέγαμε και επιλέγουμε μετριότητες μέχρι και ανίκανους, στις υψηλές θέσεις «της καθεστηκυίας τάξης» που διαχειρίζεται τις τύχες του λαού και της χώρας.

Είναι πραγματικά απορίας άξιο το ότι συμβαίνει κάτι τέτοιο. Γιατί όντως συμβαίνει. Και το ξέρουμε όλοι μας. Παραδείγματα πάμπολλα ικανών και άξιων Ελλήνων που «έφαγαν τα μούτρα τους» στην προσπάθεια τους να προσφέρουν στην πολιτική, στην επιστήμη, στην τέχνη ή «πήραν των ομματιών τους» και διαπρέπουν στην Ευρώπη, στην Αμερική και σε άλλες πόλεις πιο φιλόξενες και αξιοκρατικές χώρες του κόσμου, όπου διακρίνονται και προσφέρουν. Όσα θα μπορούσαν να προσφέρουν και στη χώρα μας αν τους φερόταν σαν φιλόστοργη μάνα και όχι σαν αδιάφορη μητριά.

Και αξίζει πραγματικά να αναρωτηθούμε: αν τα τελευταία 30 χρόνια η πολιτική και η πνευματική μας ηγεσία απαρτίζονταν από τους άριστους, δηλαδή τους αξιότερους, εντιμότερους, ικανότερους που η Ελλάδα διαθέτει (και πάντα διέθετε) θα είχαμε φτάσει στο σημερινό μας κατάντημα; Ασφαλώς όχι. Χίλιες φορές όχι. Διαπράξαμε όμως το πατροπαράδοτο «μέγιστο λάθος». Και θα το πληρώσουμε. Το πληρώνουμε πολύ ακριβά μάλιστα. Και θα το πληρώνουμε μέχρι να δώσουμε τέλος στη μετριοκρατία.

Γιάννης Κορομήλης
Εκδότης
"ΟΛΥΜΠΙΟ  ΒΗΜΑ"

Κατερίνη

Σάββατο 18 Σεπτεμβρίου 2010

Μνήμη Οδυσσέα Λαμψίδη (1917 -2006)

Ο Οδυσσέας  Λαμψίδης  υπήρξε  καθηγητής   μου στο μάθημα  της  ιστορίας και των αρχαίων ελληνικών  κατά  τον  χρόνο  φοίτησης μου  στο  γυμνάσιο της  γερμανικής  σχολής  Αθηνών   την περίοδο   1972 - 1974.
Δεν θα  λησμονήσω την  τυπικότητα, την αυστηρότητα και την ευθύητα του. Υπήρξαν  πάντως  και μοναδικές στιγμές   προσέγγισης και  συμπαράστασης  στην  εκκολαπτόμενη  εφηβική προσωπικότητα μας. Εάν   το μάθημα   ήταν  Δευτέρα  και  την προηγούμενη   η  ΑΕΚ  τον  είχε  απαγοητεύσει, αλλοίμονο   στον  εξεταζόμενο ο  οποίος  δεν θα  ενεργοποιούσε όλα τα ανακλαστικά  , ώστε  να   μην   εκληφθεί   ώς  12ος  παίκτης και  να  υποστεί   καρτερικά  αλλά  εκστασιασμένος   συνάμα   τις παροιμιώδεις   ειρωνικές του  αποστροφές.

Θα παραθέσω   αποσπασματικά το  βιογραφικό του  σημείωμα, γραμμένο   με  γλαφυρό  ζεστό τρόπο   από  τον  προεδρεύοντα  την  διετία   2005 -2007, Αλέξανδρο Στεφανίδη,  του   συλλόγου "Υψηλάντης",  προϊόν  ενδελεχούς έρευνας  και  συγκέντρωσης στοιχείων για το έργο και τη ζωή του:

"O Oδυσσέας Λαμψίδης   ζούσε μέχρι  την στερνή του ώρα  σε διαμέρισμα στην Κυψέλη  εργαόμενος ακατάπαυστα. Δεν έβλεπες  γυμνό τοίχο, όλα ήταν καλυμμένα από βιβλία και βιβλιοθήκες.  Σ΄'επιανε δέος. Δεν μίλαγε ποτέ  για τον εαυτό του  και ας είχε τιμηθεί  το 1979 από την Ακαδημία Αθηνών και το 1998 αναγορεύθηκε από την φιλοσοφική σχολή Ιωαννίνων  σε επίτιμο διδάκορα φιλοσοφίας......

Αλλά μην νομίζετε πως ο Οδυσσέας Λαμψίδης  είχε την ευτυχία  μιας άνετης ζωής  μέσα στα γράμματα.  Πρόσυγας  σε ηλικία 6 ετών   εκαταλείπει στα 1923  με τα  8 αδέλφια του  την Τραπεζούντα  για να φτάσει τελικά  στον προσφυγικό συνοικισμό της Καλλιθέας.  Τελείωσε το σχολείο εργαζόμενος παράλληλα  σε πολλές  δουλειές του ποδαριού (μέχρι και σιδεράς έγινε) και έφυγε  για να σπουδάσει στην φιλοσοφική σχολή του Μονάχου. Οι οικονομικές δυσκολίες όμως που συνάντησε μετά ένα χρόνο (1935)  τον ανάγκασαν να γυρίσει πίσω  και φράφτηκε στο  πανεπιστήμιο Αθηνών.   Εξειδικεύθηκε στην βυζαντινολογία  και την πρώιμη εποχή εκείνη κάνει τα πρώτα του δημοσιεύματα.  Ο λόγος προφανής  μιά που η καταγωγή του  και οι ανεξίτηλες μνήμες  για τον Πόντο του δημιούργησαν απαραχάρακτα βιώματα. Το 1938  στρατεύεται   και ο πόλεμος τον βρίσκει  ανθυπόλαρχο του ιππικού Θα υπηρετήσει την  πατρίδα του και θα πολεμήσει στην Αλβανία  το 40-41.(έγραψε  το 1948  αυτοβιογραφικό διήγημα:  " Η μάχη της Σούχας" δημοσιευμένο στο περιοδικό "Κένταυρος").
Στο τέλος της ταραγμένης 10ετίας του 40 θα πέρει τον διδακτορικό του τίτλο. Γίνεται μέλος του περιοδικού "Aρχείον Πόντου",του οποίου θα αναλάβει την διεύθυνση το 1962.

Ο μετέπειτα καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών Νικ. Οικονομίδης  θυμάται: Ενα έφεδρο ανθυπίλαρχο καθηγητή φιλόλογο που με πάθος και χιούμορ  προσπαθούσε να μυήσει  στην ελληνική γραμματεία τους μαθητές του, κι εκείνοι απορούσαν πως προφταίνει και δουλεύει τόσες ώρες, γράφει βιβλία και την διατριβή του για την ποινή της τύφλωσης στο Βυζάντιο  και εκδίδει και διηγήματα για τον πόλεμο της Αλβανίας.
 
Εν τω μεταξύ  διδάσκει ως καθηγητής  στα πιό γνωστά σχολεία της εποχής, πρότυπο λύκειο Αθηνών Μπερζάν, Λεόντειο Λύκειο, σχολή  Μωραϊτη  και τέλος την γερμανική σχολή Αθηνών ( 1958-1980).

Από τα χέρια του θα περάσουν εκατοντάδες μαθητές που θα τον θυμούνται με σεβασμό και δέος να στέκεται μεγάλος αδελφόος, φίλος και εμπνευστής, αλλά και να μοιράζει απόχερα τιμωρίες....

Ο Οδυσσέας Λαμψίδης  έταξε την ζωή του στο καθήκον, συμβάλλοντας στην συντήρηση της πολυμελούς οικογένειας του, με μόχθο και με πείσμα  χωρίς συμβιβασμούς.

Τα βιβλία  που εξέδωσε  υπολογίζονται χωρίς υπερβολή σε πάνω από διακόσια. Ξεχωρίζουν οι μελέτες  για την αυτοκρατορία των μεγάλων Κομνηνών, το χρονικό του Εφραίμ 9.500 στίχων  14ος αιών, την σύναψη   του Κων/νου Μανασσή 6.700 στίχων 12ος αιών, περί του Νίκωνος Μετανοείτε.

Ο Λαμψίδης είναι ο πυλώνας της μελέτης του βυζαντινού Πόντου και όλοι οι σύγχρονοι μελετητές  ανατρέχουν στα σικά του συγγράματα , όπως βεβαιώνεται από άλλους πανεπιστημιακούς διδασκάλους  κατα την αγόρευση του σε επίτιμο διδάκτορα  της φιλοσοφικής σχολής Ιωαννίνων.

Λάτρεψε τον ποντιακό ελληνισμό  και αγωνίστηκε   απαρνούμενος πολλά στην προσωπική του ζωή για να διασώσει  την ιστορική αλήθεια και να αφυπνίσει τις μνήμες  για την επίγνωση  του πανάρχαιου ιστορικού παλελθόντος των 28 αιώνων συνεχούς παρουσίας των Ελλήνων στον Πόντο.


Φωτογραφίες από το Επιστημονικό Συμπόσιο "Περί Πόντου" προς τιμή των ANTHONY BRYER και ΟΔΥΣΣΕΑ ΛΑΜΨΙΔΗ



Το  διδακτικό  προσωπικό  της   Γερμανικής Σχολής  Αθηνών το 1969   μπροστά  από το κτιριακό   συγκρότημα , που  υπήρξε    πρότυπο  αρχιτεκτονικής   και λειτουργικότητας   σε παγκόσμια σύκριση και κατάταξη.   Οποία  τύχη  για τους  μαθητές   που φοίτησαν   τις  δύο κρίσιμες   δεκαετίες  1970 1990.  Για   όλους  σχεδόν τους  δασκαλους  μου, έλληνες  και  γερμανούς, επαίρομαι ακόμη  και  σήμερα  και τους  ανακαλώ  στην μνήμη μου  αρκετά   συχνά. Μερικοί  αυτούς θα είχαν  ακολουθήσει πανεπιστημιακή  σταδιοδρομία, εάν  δεν  υπήρχε το εμπόδιο  τηου ασυμβίβαστου του χαρακτήρα τους η οι αρνητικές  εκθέσεις  για τα  πολιτικά  τους φρονήματα. Στάθηκα  πολύ τυχερός  που  έτυχα  της  απλόχερης  και στοργικής   μετάδοσης   των   βασικών  αρχών  της   στάσης ζωής   και  ευσυνειδησίας και υπήρξαν όντως λαμπρά πρότυπα.

(Στην τρίτη  σειρά αριστερά ο Οδυσσέας Λαμψίδης).